·         Ο τίτλος μιλά για “έκπτωτους δαίμονες” που δεν χωρούν ούτε στην κόλαση. Ποιον θεωρείς πιο επικίνδυνο τόπο: το περιθώριο ή τον «παράδεισο» που τους απέρριψε;

Ο παράδεισος που τους απέρριψε, η κοινωνία, γιατί αυτή είναι και η μόνη υπεύθυνη για την πτώση τους. Το περιθώριο είναι για τους ήρωές μου καταφύγιο, ένας τόπος στον οποίο μπορούν να νιώσουν ασφάλεια.

·         Οι ήρωές σου κινούνται μέσα σε ψευδαισθήσεις και παραισθήσεις. Είναι αυτές μορφές άμυνας ή ένας ακόμη μηχανισμός αυτοκαταστροφής;

Η πραγματικότητα μπορεί να γίνει πολύ σκληρή. Αυτό που αποκόμισα όταν συζητούσα μαζί τους, ήταν πως η επιλογή τους να στραφούν στα ναρκωτικά αποτελούσε μονόδρομο. Ήταν η μόνη τους διέξοδος απέναντι σε ένα κόσμο εχθρικό, χειριστικό. Ήταν απόδραση από μια καταπιεστική καθημερινότητα. Η χρήση για αυτούς, ήταν ένας μηχανισμός επιβίωσης. Όπως χαρακτηριστικά μου έγραψε κάποιος, είναι ένας άσχημος τρόπος για να νιώσουν όμορφα.

·         Το σκοτάδι φαίνεται να είναι κοινή κατάληξη, όχι επιλογή. Πιστεύεις ότι οι χαρακτήρες σου είχαν ποτέ πραγματικά εναλλακτική διαδρομή;

Όλοι μας έχουμε επιλογές, ακόμα και οι ήρωές μου. Το θέμα είναι κατά πόσο είμαστε πρόθυμοι να δεχτούμε τις συνέπειες των επιλογών μας. Στο βιβλίο μου, όλοι έχουν αποδεχτεί το πεπρωμένο τους που δεν είναι τίποτα άλλο από το σύνολο των αποφάσεών τους. Γνωρίζουν πως είναι ο δρόμος που βαδίζουν είναι αυτός της αυτοκαταστροφής μα είναι συνειδητή αυτή τους η απόφαση.

·         Τα ναρκωτικά στο βιβλίο δεν παρουσιάζονται ως αιτία αλλά ως σύμπτωμα. Τι είναι αυτό που προηγείται και σπρώχνει τους ήρωες στον φαύλο κύκλο;

Οι ήρωές μου έχουν την ανάγκη της αποδοχής. Από τους οικείους τους, τους φίλους τους, από την κοινωνία. Από όλους αυτούς που τους έχουν βάλει στο περιθώριο. Δεν θέλουν την κριτική αλλά την επιδοκιμασία τους. Κάτι που δεν βρίσκουν και που τους εξωθεί στα άκρα. Να βιώσουν το συναίσθημα, ότι είναι τελικά ζωντανοί.

·         Κανένας από τους τέσσερις δεν παρουσιάζεται ως “αθώος”. Πόσο σημαντικό ήταν για σένα να αποφύγεις τη ρομαντικοποίηση της πτώσης;

Δεν υπάρχει τίποτα το ρομαντικό στην πτώση. Σε αυτή την πορεία της αυτοκαταστροφής. Όλοι είμαστε ένοχοι, ακόμα και με το να μη κάνουμε κάτι για αυτό.

·         Η κοινωνία στο βιβλίο μοιάζει παρούσα μόνο ως μηχανισμός απόρριψης. Υπάρχει χώρος για ευθύνη πέρα από το άτομο ή όλα επιστρέφουν τελικά στον ίδιο τον άνθρωπο;

Ενώ τα ναρκωτικά είναι ένα συλλογικό φαινόμενο, η αντιμετώπιση του προβλήματος συχνά εξαντλείται στην ατομική ενοχή. Η κοινωνία λειτουργεί συχνά ως μηχανισμός απόρριψης γιατί ο στιγματισμός είναι η πιο εύκολη άμυνα. Η χρήση ουσιών δεν φυτρώνει στο κενό. Ανθίζει εκεί που υπάρχει έλλειψη προοπτικής, κοινωνική απομόνωση, φτώχεια ή τραύμα. Η αποδοχή της κοινωνικής ευθύνης δεν αθωώνει το άτομο από τις πράξεις του, αλλά του δίνει το έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί να σταθεί για να αλλάξει.

·         Γράφεις ότι ο δρόμος για τη λύτρωση περνά από την κόλαση, αλλά δεν είναι για όλους. Ποια είναι η πιο σκληρή αλήθεια που ήθελες να αφήσεις στον αναγνώστη;

Η πιο σκληρή αλήθεια είναι ότι τα ναρκωτικά δεν είναι το πρόβλημα, αλλά η λύση που βρήκε ο άνθρωπος για κάποιο άλλο, βαθύτερο πρόβλημα. Την ανάγκη να νιώσει φυσιολογικός, την επίπλαστη αίσθηση της ελευθερίας. Την ασφυκτική πίεση από τον αποκλεισμό του.  Ότι η εξάρτηση ευδοκιμεί στη σιωπή και στην απομόνωση. Ότι πιστεύουμε πως όλα αυτά, συμβαίνουν μόνο στους άλλους και όχι σε μας.

·         Αν οι “Έκπτωτοι δαίμονες” μιλούσαν απευθείας στον αναγνώστη, χωρίς φίλτρο και χωρίς λογοτεχνία, τι πιστεύεις ότι θα του έλεγαν;

Ότι τα ναρκωτικά είναι το σύμπτωμα και όχι η ασθένεια. Ότι δυστυχώς, ακόμα κι αν αύριο εξαφανίζονταν όλα τα ναρκωτικά από τον πλανήτη, ο πόνος που τα γεννά θα παρέμενε εκεί, αναζητώντας μια άλλη διέξοδο.