1. «Αν πηγαίναμε σε ένα μέρος όπου μπορείς να είσαι ακριβώς ο εαυτός σου, όσο ανάποδος και αν φαίνεσαι στους άλλους». Αυτό το μέρος ήταν για σας το βιβλίο και η επικοινωνία σας με το αναγνωστικό κοινό;

Νομίζω πως, ανέκαθεν, καταφύγιο μου ήταν οι ιστορίες. Αυτές που βίωνα και εκείνες που έπλαθα με τη φαντασία μου, όσες διηγούμουν και όποιες μου εκμυστηρεύονταν. Εξάλλου, τα βιβλία ισοδυναμούν με ιστορίες που διεκδίκησαν και, τελικά, κέρδισαν το δικαίωμά τους στην ύπαρξη. Οι ήρωες που δραπετεύουν από το νου του συγγραφέα περπατούν πια στις σελίδες του, τολμούν να πάθουν και να μάθουν, να αποκαλύψουν τα πιο μύχια συναισθήματά τους και να κυνηγήσουν τις βαθύτερες επιθυμίες τους. Καθένας τους κουβαλάει και ένα κομμάτι του δημιουργού, που έρχεται στο φως. Και οτιδήποτε έρχεται στο φως, λυτρώνεται. Αφού οι ήρωες, λοιπόν, βρήκαν τον τρόπο να επικοινωνήσουν το δικό τους μήνυμα στο αναγνωστικό κοινό, τότε και ο καθένας από εμάς μπορεί να το κάνει, όσο μόνος ή μπερδεμένος και αν αισθάνεται αυτή τη στιγμή. Γιατί τα βιβλία είναι εκείνη η πολύτιμη συντροφιά που μας υπενθυμίζει πως γινόμαστε πιο δυνατοί όταν μοιραζόμαστε την αλήθεια μας, όταν ακούμε και όταν ακουγόμαστε.


2. Ένα βιβλίο για τους ανάποδους και διαφορετικούς τύπους ανθρώπων, που ζουν ή ζούμε ανάμεσά τους; Μιλήστε μας για τους ήρωες και την ανάγκη να γίνει αυτό το βιβλίο.

Όλα ξεκίνησαν κάποιο μεσημέρι, πριν από περίπου τρία χρόνια, όταν παρευρέθηκα σε ένα φιλικό τραπέζι. Εκεί, λοιπόν, άκουσα με έκπληξη έναν νέο άνθρωπο να αναφέρει πως δεν έχει πρόβλημα με τα ομοφυλόφιλα ζευγάρια, αλλά, φυσικά, αυτά δεν είναι «κανονικά», όπως «όλοι εμείς».

 Η συγκεκριμένη φράση με εξόργισε και για πολλές μέρες την κουβαλούσα, σαν βάρος, μέσα μου. Ποιοι είναι τελικά οι κανονικοί και ποιος ορίζει τις προδιαγραφές κανονικότητας;, αναρωτιόμουν. Και αν η κοινωνία επιμένει να μας διαχωρίζει σταθερά -και με αμέτρητα, αυθαίρετα κριτήρια- σε εκλεκτούς και περιθωριακούς, τότε αυτό δεν αποτελεί και το μεγαλύτερο έγκλημα κατά της ανθρωπότητας;

Καθώς όλοι μας νιώσαμε κάποτε διαφορετικοί και μη αποδεκτοί, πώς θα ήταν, άραγε,  αν υπήρχε ένας πλανήτης, που μας παραχωρεί την απόλυτη ελευθερία να είμαστε ο αυθεντικός εαυτός μας;

 Κάπως έτσι γεννήθηκε η ιδέα για το «Μίμομπιλ μια πτήση τον Ανάποδο Πλανήτη». Οι ήρωες της ιστορίας μου έπρεπε να είναι παιδιά. Γιατί τα παιδιά νιώθουν πάντα πιο ανοιχτά στην αγάπη, πιο κοντά στην ελευθερία και πιο δεκτικά στο θαύμα. Η Λυδία, η Μερόπη, ο Μίκυ και ο Παμπλίτο,  λοιπόν, τέσσερις δεκάχρονοι φίλοι που, για τους δικούς του λόγους ο καθένας, αισθάνονται πως το περιβάλλον τους δεν τους αποδέχεται, ξεκινούν το πιο συναρπαστικό ταξίδι της ζωής τους, ένα ταξίδι στον Ανάποδο Πλανήτη.

Και εκεί, μέσα από πολλές και συναρπαστικές περιπέτειες, μαθαίνουν πως δεν χρειάζεται να προσπαθούν να χωρέσουν στα στενά παπούτσια των άλλων. Για την ακρίβεια, δεν πρέπει! 

Η μαγεία μας βρίσκεται στη μοναδικότητά μας. Είμαστε, συνεπώς, εντάξει ακριβώς όπως είμαστε. Και μόλις το συνειδητοποιήσουμε, θα καταφέρουμε να συνδεθούμε με τα χαμένη μας δύναμη, δημιουργώντας μια κοινωνία που θα έχει ως βασικό της κανόνα την αγάπη. 


3. Έχετε γράψει δυο ακόμη παραμυθία, αλλά για ενήλικες; 

Πράγματι, έχω γράψει δύο παραμύθια για ενήλικες, την «Καθρεφτούπολη» και «Το Κάστρο της Τελειότητας», από τις Εκδόσεις Γαβριηλίδης. Ξέρετε, νομίζω πως οι μεγάλοι έχουν περισσότερη ανάγκη τα παραμύθια από τα παιδιά. Γιατί αυτά τους συνδέουν με το κομμάτι της χαμένης αθωότητας, που κάπου μέσα τους ακόμη θρηνούνε. Πιστεύω, λοιπόν, πως τα παραμύθια είναι εκείνες οι ιστορίες που ακούσαμε κάποτε από τη γιαγιά μας στο τζάκι και μας γέμισαν δύναμη, τα σχέδια που καταστρώσαμε με τους φίλους μας τα καλοκαίρια στο χωριό και έβαλαν φτερά στις ελπίδες μας, οι ανησυχίες που μοιραστήκαμε στην εφηβεία με την παρέα μας και νιώσαμε μια αίσθηση γλυκιάς συνενοχής να μας κατακλύζει. Τα παραμύθια είναι η πίστη μας στο θαύμα, η σπίθα ενθουσιασμού που μας κρατά ζωντανούς, το πείσμα να παραμείνουμε αμετανόητοι ιδεαλιστές σε έναν κόσμο που πασχίζει να μας κόβει και να μας ράβει στα μέτρα του. Και αν καταφέρουμε να σώσουμε το παιδί μέσα μας, τότε ποιος μπορεί, άραγε, να αποκλείσει την πιθανότητα να σώσουμε ακόμη και τον ίδιο τον κόσμο κάποτε;


4. Έχει διαβάσει μέχρι τώρα ένα παιδί το βιβλίο σας; Τι σας είπε;

Ναι, η πρώτη που διάβασε το βιβλίο ήταν η δεκάχρονη κόρη μιας στενής μου φίλης. Τελειώνοντας την ανάγνωση, μου είπε: «Πια ξέρω πως δεν χρειάζεται να αλλάξω για κανέναν και πως μπορώ να πετύχω τα όνειρά μου, αν πιστέψω πολύ σε αυτά». Τα λόγια της με συγκίνησαν. Ακούω συχνά ανθρώπους να αναφέρουν πως «δεν πρέπει να παίρνουν τα μυαλά των παιδιών αέρα». Όμως, τα μυαλά ποτέ δεν παίρνουν αέρα, όταν γεμίζουν με όμορφα όνειρα. Αντίθετα, τα όνειρα εφοδιάζουν τον κόσμο μας με οξυγόνο. Αντί λοιπόν να κόβουμε τα φτερά των μικρών μας φίλων, ας τους εφοδιάσουμε με τα υλικά που χρειάζονται για να αγγίξουν τα αστέρια τους. «Εάν το ονειρευτείς είναι δικό σου» λένε οι ήρωές μου στον Ανάποδο Πλανήτη. Και έχουν δίκιο. Γιατί, τελικά, μικρή σημασία έχει αν στο τέλος θα φτάσουμε τον αρχικό μας στόχο. Είναι η πορεία μας προς αυτόν που μας μεταμορφώνει στην ομορφότερη εκδοχή μας.


5. Ποιο βιβλίο βρίσκεται μόνιμα δίπλα στο κρεβάτι σας;

Το βιβλίο που βρίσκεται μόνιμα δίπλα μου είναι το «1984», του Τζώρτζ Όργουελ, ένα βιβλίο που προέβλεψε με εκπληκτική ακρίβεια τη σύγχρονη, δυστοπική κοινωνία μας. Και σε μια εποχή όπου η αλήθεια διαρκώς παραποιείται και η σημασία των λέξεων έντεχνα διαστρεβλώνεται, εμείς οφείλουμε να μην αφήσουμε τον φόβο να θολώσει την κρίση μας, να μην πουλήσουμε την ψυχή μας. Η μεγαλύτερη επανάσταση του «σήμερα» είναι η ελευθερία της σκέψης και η συναρπαστικότερη υπέρβαση το να παραμείνουμε άνθρωποι. Έφτασε η στιγμή να κοιτάξουμε γύρω μας, λοιπόν. Να αντιδράσουμε. Για τα μικρά και μεγάλα εγκλήματα που καθημερινά συντελούνται, με σιωπηλούς μάρτυρες εμάς τους ίδιους. Η σιωπή ισοδυναμεί πάντα με τη συνενοχή, να θυμόμαστε... Και αυτό που νομίζουμε πως αγγίζει μόνο τον διπλανό μας, σύντομα φτάνει στην πόρτα μας. Θέλουμε, τελικά, μια φυλακή ή μια ζωή; Να μια απάντηση που οφείλουμε να δώσουμε πρώτα στον εαυτό μας.